Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2013

Προς ένα νέο Εμφύλιο;

Ο λαός στενάζει τα τελευταία τρία χρόνια κάτω από τα βάρβαρα αντιλαϊκά  μέτρα του Μνημονίου. Οι μειώσεις μισθών, οι περικοπές κοινωνικών δαπανών, τα χαράτσια που θα στείλουν χιλιάδες Έλληνες σε «φορολογικές φυλακές», οι απολύσεις και οι χιλιάδες αυτοκτονίες είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου του κοινωνικού δράματος που εκτυλίσσεται στη χώρα μας. Την όξυνση των κοινωνικών αντιθέσεων επιτείνεται και από το γεγονός της εγκληματικότητας, εγχώριας και εισαγόμενης, και του ξεπουλήματος των πάντων σε ξένους «επενδυτές», υπό τη μορφή μίας νέας αποικιοκρατίας. Ο λαός δεν αντέχει άλλο και το σύστημα παίζει πλέον το τελευταίο του χαρτί για να κρατηθεί στην εξουσία: τον εμφύλιο πόλεμο.
Η άνοδος της Χρυσής Αυγής κατά το τελευταίο διάστημα, η είσοδός της στη βουλή και...
οι επιθέσεις εναντίον Αφρικανών και Ασιατών μεταναστών από οπαδούς της ξύπνησε παλιές μνήμες και ενεργοποίησε τα αντιφασιστικά αντανακλαστικά, κυρίως γόνων παλαιών αριστερών οικογενειών, των οποίων οι παππούδες και οι γονείς είχαν να παρουσιάσουν πολιτική δράση κατά τον Εμφύλιο (1943-49), τη μετεμφυλιακή περίοδο και τη Χούντα (1967-74). Έτσι λοιπόν, ο αγώνας εναντίον του Μνημονίου έγινε για μία μερίδα της κοινωνίας διμέτωπος: εναντίον του νεοφιλελεύθερου οικονομικού μοντέλου, που εφαρμόζεται αυτό το διάστημα στη χώρα μας από τις μνημονιακές κυβερνήσεις, και εναντίον του νεοφασισμού και του νεοναζισμού, που επωφελείται της μεγάλης κοινωνικής και οικονομικής κρίσης, πολλαπλασιάζοντας σε ελάχιστο χρονικό διάστημα τα εκλογικά του ποσοστά με φιλολαϊκό και πατριωτικό προφίλ που προσπαθεί να πλασάρει. Για μεγάλη μερίδα πάντως της Αριστεράς και κυρίως του αντιεξουσιαστικού χώρου, ο υπ’ αριθμόν ένα κίνδυνος για την κοινωνία δεν είναι το ίδιο το Μνημόνιο, αλλά ο φασισμός, ο οποίος άλλωστε δεν συγκρούεται μαζί του, αλλά αντιθέτως βρίσκεται στην υπηρεσία του ως «δύναμη καταστολής» των λαϊκών αγώνων.
  Έτσι ο αντιμνημονιακός αγώνας πέρασε σε δεύτερη μοίρα και είναι ενδεικτικό ότι οι διαδηλώσεις εναντίον της επίσκεψης της Μέρκελ στην Αθήνα καταδικάστηκαν από κάποιους ως «εθνικιστικές»! Είναι προφανές λοιπόν η αναβίωση και η όξυνση των εμφυλιακών παθών εξυπηρετεί όσο τίποτε άλλο την μνημονιακή κυβέρνηση, αφού ο κύριος υπαίτιος για τα δεινά του λαού μας δεν φαίνεται να είναι πιά η Γερμανία, η ΕΕ, το ΔΝΤ ή οι διεθνείς τραπεζίτες και τοκογλύφοι και οι ντόπιοι κυβερνητικοί υπηρέτες τους, αλλά ο βλάκας χρυσαυγίτης της γειτονιάς που πιστεύει ότι για όλα φταίνε οι ξένοι μετανάστες και που κάνει επιθέσεις εναντίον οποιουδήποτε έχει πιο σκούρο χρώμα από αυτόν.
Έτσι  λοιπόν, παράλληλα με τις δολοφονικές επιθέσεις ακροδεξιών ρατσιστών εναντίον Αφρικανών ή Ασιατών, οι οποίοι υποτίθεται ότι είναι και «φυλετικά κατώτεροι», έχουν αναλάβει δράση και «αντιφασιστικές πολιτοφυλακές», οι οποίες κάνουν δυναμικές αντισυγκεντρώσεις ή και στήνουν ενέδρες σε άτομα του αντίπαλου πολιτικού φάσματος, ως αντίποινα για τις επιθέσεις σε μετανάστες ή και για λόγους εκφοβισμού. Δεν τους αρκεί η πολιτική καταγγελία των φαινομένων της ρατσιστικής βίας ή η ενημέρωση της κοινής γνώμης για την πραγματική φύση της Ακροδεξιάς, αλλά φαίνεται ότι η βία τούς είναι φετίχ και ότι το αίμα τούς ασκεί μία ακαταμάχητη έλξη. Οι συγκρούσεις μεταξύ ροπαλοφόρων και μαχαιροβγαλτών, μελών συμμοριών και από τις δύο πλευρές έχει γίνει πλέον καθημερινό φαινόμενο στους δρόμους των μεγάλων πόλεων και είναι ζήτημα χρόνου να έχουμε τον πρώτο νεκρό είτε χρυσαυγίτη, αναδεικνύοντας έναν «μάρτυρα», έναν «Τεμπονέρα» της Ακροδεξιάς, είτε αντιεξουσιαστή, αναδεικνύοντας έναν νέο «ήρωα» του α/α χώρου, αναζωπυρώνοντας και οξύνοντας την ήδη έκρυθμη κατάσταση στις μεγαλουπόλεις.
Όλα αυτά θα ήταν φυσικά προς όφελος της μνημονιακής κυβέρνησης και των εγχώριων και ξένων αφεντικών που θα τρίβουν τα χέρια τους, βλέποντας την πιο ενεργή πολιτικά μερίδα του λαού να έχει εμπλακεί σε έναν αέναο πόλεμο συμμοριών δίχως τέλος, έχοντας αποπροσανατολιστεί από τα πραγματικά της προβλήματα και μην έχοντας πλέον ως προτεραιότητα την τιμωρία όσων μας έφεραν σε αυτή την οικτρή κοινωνική και οικονομική κατάσταση. Η εμπλοκή σημαντικής μερίδας της νεολαίας σε φαινόμενα ιδεολογικού χουλιγκανισμού και η έξαρση της πολιτική βίας, από όλες τις πλευρές, θα οδηγήσει νομοτελειακά στη συντηρητικοποίηση της ήδη γερασμένης κοινωνίας, η οποία θα επιζητήσει πλέον ένα πιο αυστηρό κράτος που θα επαναφέρει την «τάξη», ρίχνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο νερό στον μύλο του κρατικού αυταρχισμού.
Δυστυχώς  το δίπολο της εθνοκαπηλείας των νεοναζί από τη μία και της αντικοινωνικής κοσμοπολίτικης ελίτ από την άλλη καλά κρατεί. Πρόκειται για δύο πόλους που προσπαθούν να καπελώσουν τον ελληνικό λαό και να τον χειραγωγήσουν προς την κατεύθυνση που εκείνοι επιθυμούν. Από τη μία οι μισάνθρωποι ρατσιστές νεοναζί, που καμώνονται τους πατριώτες και τους εθνικιστές, θεωρούν κατώτερους όλους όσους έχουν πιο σκούρο χρώμα, και από την άλλοι οι δήθεν ανθρωπιστές - εθνομηδενιστές μισούν, περιφρονούν και χλευάζουν τα λαϊκά στρώματα και ιδίως τους μικροαστούς και τους αγρότες για τις παραδοσιακές τους αντιλήψεις και για το χαμηλότερο κατά κανόνα μορφωτικό τους επίπεδο. Κατηγορούν δε συχνά πολλούς από αυτούς ως «φασίστες», μη διαχωρίζοντάς τους από τους μαχαιροβγάλτες νεοναζί του υποκόσμου και χωρίς να προσπαθούν να τους στρέψουν προς έναν υγιή πατριωτισμό. Έτσι πλάι στον φυλετικό ρατσισμό των νεοναζί, έχει αναπτυχθεί και ένας ιδιότυπος κοινωνικός ρατσισμός των «πεφωτισμένων» της εθνομηδενιστικής ελίτ, γόνων κατά κανόνα ευπόρων οικογενειών, οι οποίοι μέμφονται τα λαϊκά στρώματα γιατί δεν συμμερίζονται τις αντιρατσιστικές τους ανησυχίες ή γιατί δεν πρεσβεύουν στον κοσμοπολιτισμό.
Κάποιοι δε μάλιστα θα προτιμούσαν, σύμφωνα με τα λεγόμενά τους, εάν ήταν αυτό ποτέ εφικτό, να εκκενώσουν την Ελλάδα από τους μη αριστερούς Έλληνες και να τους αντικαταστήσουν με Πακιστανούς, ώστε να νιώθουν πιο οικεία. Βεβαίως και η ελληνική κοινωνία δεν είναι αγία, όπως και οι κοινωνίες των χωρών προέλευσης των μεταναστών, αλλά αν όντως κάποιοι θέλουν ν’ αλλάξουν την κοινωνία προς το καλύτερο, θα πρέπει πρώτα να την έχουν αγαπήσει, κάτι που δεν προκύπτει π.χ. από δηλώσεις του τύπου: «Είμαι πάρα πολύ περήφανη για τον γιο μου, που αγωνίζεται ενάντια σε μία παράνομη και σάπια κοινωνία και άνομη» (Παυλίνα Νάσιουτζικ, μητέρα Νίκου Ρωμανού). Υπάρχει επίσης ένας διάχυτος ρατσισμός εναντίον των Ελλήνων, ο αντίστροφος από εκείνον της Χρυσής Αυγής, αφού για κάποιους η ζωή των πιο σκουρόχρωμων φαίνεται να έχει μεγαλύτερη αξία από εκείνη των ντόπιων ή γενικότερα των Ευρωπαίων. Έτσι, ενώ έγιναν διαδηλώσεις για την πρόσφατη στυγερή δολοφονία του 27χρονου Πακιστανού στα Πετράλωνα (και πολύ σωστά), δεν υπήρξε η ίδια αντίδραση για την πολλαπλή δολοφονία των Ελλήνων εργαζομένων στη Μαρφίν ή για τη δολοφονία του Δημήτρη Μίχα, του «ψόφιου βλάκα της Πάρου», σύμφωνα με την  προκήρυξη των αναρχικών ληστών - δολοφόνων του. Θα ήταν άδικο να φορτώσουμε σε ολόκληρο το αντιφασιστικό κίνημα αυτές τις ακραίες και απάνθρωπες απόψεις, γεγονός όμως παραμένει ότι υπάρχει ένας σκληρός πυρήνας του που τις υιοθετεί, με την ανοχή του υπόλοιπου χώρου.
Είναι πάντως ενδεικτικό ότι οι απόψεις αυτές βρίσκουν κατά κανόνα απήχηση κυρίως στα βόρεια -και πιο πλούσια- προάστια της Αθήνας, όπου και ζούσε ο αδικοχαμένος Αλέξης Γρηγορόπουλος και οι συλληφθέντες για τρομοκρατία σύντροφοί του, ενώ αντιθέτως η Χρυσή Αυγή συγκεντρώνει τη δύναμή της κυρίως στις υποβαθμισμένες περιοχές της Αθήνας και του Πειραιά, όπως π.χ. στο εξαθλιωμένο από την ανεργία Πέραμα. Ωστόσο, η πολεμική αυτή δεν στρέφεται μόνο εναντίον των «Ελληναράδων», αλλά και εναντίον μία μερίδας των μεταναστών, Ανατολικοευρωπαίων κυρίως, που έχουν ενταχθεί ομαλά στην ελληνική κοινωνία και που αντιμετωπίζονται ως εν δυνάμει φασίστες, χαρακτηριζόμενοι και αυτοί ως «νοικοκυραίοι – μικροαστοί», υπεύθυνοι και αυτοί για όλα σχεδόν τα δεινά του σήμερα.
Στον  αγώνα τους για επιβολή των  ιδεών τους τελικά όμως διαπιστώνουν ότι η κοινωνία δεν συμμερίζεται τις απόψεις τους και αυτό είναι κάτι που τους εξαγριώνει και τους καθιστά ολοένα και πιο επιθετικούς απέναντί της. Η εχθρότητα και η απέχθεια προς τις λαϊκές μάζες είναι βέβαιο ότι θα επιταθεί όσο ο λαός δεν φαίνεται να υιοθετεί -στην πλειοψηφία του- την αντιφασιστική ιδεολογία και έτσι η κοινωνία θα χαρακτηρίζεται ολοένα και περισσότερο ως «εκφασισμένη», αποτελώντας πλέον στόχο. Η απόπειρα ωστόσο βίαιης επιβολής της αντιφασιστικής ιδεολογίας στις ευρύτερες μάζες, με σκοπό τη συστράτευση εναντίον της Χρυσής Αυγής και των παραφυάδων αυτής, είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα προκαλέσει αντισυσπειρώσεις μέσα στην ίδια κοινωνία. Η επιχειρούμενη επιβολή ψευτοδιλημμάτων του τύπου: «διαλέξτε στρατόπεδο» ή «όποιος δεν είναι μαζί μας είναι με τους άλλους», όπως είχε πει κάποτε και ο Τζωρτζ Μπους, θα προκαλέσει πιθανότατα τα αντίθετα αποτελέσματα από τα αναμενόμενα. Εξάλλου ο ελιτισμός και ο εθνομηδενισμός είναι βέβαιο ότι δεν πρόκειται να γίνουν ποτέ αποδεκτοί από τις λαϊκές μάζες και τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, αφού αντιστρατεύεται την ίδια ύπαρξή τους.
Επίσης, η σκόπιμη διεύρυνση του όρου «φασίστας», που διαστρεβλώνει την πραγματικότητα, ανοίγει τον ασκό του Αιόλου και οδηγεί σε επικίνδυνα μονοπάτια, αφού ως «φασίστας» μπορεί να χαρακτηριστεί και ο οποιοσδήποτε π.χ. αγαπάει τον τόπο του, αισθάνεται πιο οικεία με τους συγγενείς του και τους συγχωριανούς του παρά με τους αλλοδαπούς μετανάστες, ασχολείται με την παραδοσιακή μουσική, πηγαίνει στην εκκλησία ή βάζει στο μπαλκόνι του σπιτιού του την ελληνική σημαία την 25η Μαρτίου ή την 28η Οκτωβρίου. Βάσει της λογικής ότι οι αντιφασίστες έχουν το δικαίωμα να κακοποιούν όλους όσους θεωρούν «φασίστες», κινδυνεύει ακόμη και όποιος έχει βάλει στη βιτρίνα του μαγαζιού του την ελληνική σημαία για να δείξει ότι τα προϊόντα που πουλάει είναι ελληνικής προέλευσης.
Στο σημείο πάντως αυτό συγκλίνουν και ταυτίζονται ουσιαστικά οι δύο αντιμαχόμενες ιδεολογικά πλευρές: για τη Χρυσή Αυγή ο μόνος και πραγματικός πατριώτης είναι εκείνος που πρόσκειται στην Ακροδεξιά, ενώ και για τους αντιφασίστες εθνομηδενιστές ο πατριωτισμός είναι συνώνυμος του φασισμού. Οι δύο λοιπόν οι κατά τα άλλα μισητοί μεταξύ τους εχθροί έχουν και ένα σημείο, όπου παρουσιάζουν μία εκπληκτική ταύτιση απόψεων, μη θέλοντας να επιτρέψουν στον λαό να αναπτύξει έναν υγιή πατριωτισμό, απαλλαγμένο τόσο από τη ρατσιστική και αντιδημοκρατική ιδεολογία της Ακροδεξιάς όσο και από τον εθνομηδενιστικό ισοπεδωτισμό μεγάλης μερίδας της Αριστεράς. Και οι δύο λοιπόν ή τουλάχιστον κάποια μερίδα τους δεν θέλουν επ’ ουδενί τη σύνθεση του εθνικού με το κοινωνικό, αλλά προπαγανδίζουν τη θέση ότι οι δύο αυτές έννοιες είναι ασύμβατες μεταξύ τους, παραγνωρίζοντας εσκεμμένα το γεγονός ότι όλες σχεδόν οι ανά τον κόσμο μεγάλες επαναστάσεις των τελευταίων δύο αιώνων είχαν και έχουν συνήθως έναν διττό χαρακτήρα: εθνικό και κοινωνικό.
Οι εθνικοαπελευθερωτικοί αγώνες των Ζαπατίστας στο Μεξικό, των Τουπαμάρος στην Ουρουγουάη, του IRA στην Ιρλανδία, της Μπατασούνα στη Χώρα των Βάσκων, του PKK στο τουρκικό Κουρδιστάν και των Παλαιστινίων στη Γάζα αποτελούν παραδείγματα ενόπλων κινητοποιήσεων λαών που αγωνίζονται για την εθνική τους αυτοδιάθεση και συνάμα για την κοινωνική τους χειραφέτηση, χωρίς να αυτό να σημαίνει ότι είναι και ρατσιστές ή φασίστες. Δεν θα πρέπει επίσης να ξεχνούμε ότι αναρχικοί του 19ου αιώνα, Έλληνες και ξένοι, πολέμησαν ως εθελοντές στο πλευρό των Ελλήνων κατά τις κρητικές επαναστάσεις ενάντια στον οθωμανικό ζυγό, όπως και κατά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, καθώς και ότι οι παππούδες πολλών απ’ όσους σήμερα καίνε την ελληνική σημαία πολέμησαν κάτω από αυτήν ως αντάρτες του ΕΑΜ / ΕΛΑΣ, ενός απελευθερωτικού στρατού που διακήρυττε την εθνική ανεξαρτησία και την κοινωνική δικαιοσύνη. Ακόμη και ο Δημοκρατικός Στρατός (ΔΣΕ), τον οποίον υποτίθεται ότι τιμούν, είχε ως έμβλημά του την ελληνική σημαία, καθώς και οι εξεγερθέντες φοιτητές κατά της Χούντας στο Πολυτεχνείο το 1973.
Απ’ ό,τι φαίνεται όμως κάποιοι ίσως να έχουν αποφασίσει να προχωρήσουν σε έναν εμφύλιο πόλεμο, αγνοώντας όλα τα παραπάνω, παίζοντας το παιχνίδι της ντόπιας και ξένης ολιγαρχίας που απομυζά τον τόπο μας και ποντάρει στο «διαίρει και βασίλευε». Όποιος πάντως ξεκινήσει πρώτος τον εμφύλιο, είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα τον χάσει, αφού θα προκαλέσει ισχυρές αντισυσπειρώσεις από την πλευρά της κοινωνίας, ιδίως στην περίπτωση που κάνει το λάθος και στρατολογήσει ισλαμιστές μετανάστες εναντίον των ιθαγενών λαϊκών στρωμάτων, οδηγώντας τα πράγματα στα απόλυτα άκρα.
Μία τέτοια όμως προοπτική θα είχε απρόβλεπτες συνέπειες για όλους μας, αφού το «πινγκ–πονγκ» που παίζεται εδώ και χρόνια στις πλάτες του ελληνικού λαού μεταξύ των δύο πόλων, θα μπορούσε να λάβει ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Η διαρκώς κλιμακούμενη βία, οι δολοφονίες Ελλήνων και μεταναστών, ξυλοδαρμοί ακροδεξιών και ακροαριστερών είναι φαινόμενα αδιέξοδα από τα οποία το μόνο βέβαιο είναι ότι θα βγούμε όλοι χαμένοι. Καιρός είναι λοιπόν να απαλλαγούμε επιτέλους από τα δεσμά αυτού του διπόλου, στρεφόμενοι τόσο κατά της Σκύλλας του φασισμού όσο και κατά της Χάρυβδης ενός κακώς νοούμενου αντιφασισμού. Η εποχή του Μνημονίου δεν επιτρέπει την πολυτέλεια μία νέας εμφύλιας σύρραξης.
Θ.Κ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: