Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2016

Ο Ι. Ψυχάρης υμνεί την Νάξο

Ο δάσκαλος του δημοτικισμού Γιάννης Ψυχάρης ήταν ένας από τους μεγαλύτερους θαυμαστές της Νάξου και ο πρώτος που έδωσε την αφορμή να προσεχθεί και να μελετηθεί ο γλωσσικός και λαογραφικός πλούτος του νησιού μας. Δεν είναι λίγες οι αναφορές σε έργα του στο αγαπημένο του νησί τη Νάξο:
‘’Ποιος είδε κάμπους αθεόρατους, κάμπους μέσα στη μέση του βουνού; Στα βουνά της Αξιάς θα δεις κάμπους δεντροφορεμένους και θα απορήσεις, όσο θα απορούσες αν έβλεπες άξαφνα θάλασσα ψηλά μέσα στη μέση του νησιού. Θα μάθεις τ όνομα κάθε βουνού, το Καναβάρι, το Σταβρομενίτη, τη Βουκολόμαντρα, τον Καλυβά, τη Μονόπετρα, το Παχύ Γκρεμνάρι, τον Ανεμόμυλο και τον Καρκό. Κάθουνται τα βουνά και καμαρώνουν τ’ Απεράθου το ωραιότερο από όλα τα χωριά.
Η φύση όλη το καμαρώνει, ο ήλιος το γλυκοφιλά και οι αχτίδες του, σαν ερωτευμένες, χαδέβουν τ’ αμπέλια τ’ Απεραθιού. Λές πως πλαγιάζουν και χουζουρεύουν και πως τις βάζει ο ήλιος να κοιμηθούν. Εδώ μ’ αρέσει, αχτίδες μου χρυσές, εδώ μ’ αρέσει να σας βλέπω, αφανίζεσθε κάθε μέρα στις κορφές, στα...

καλντερίμια, στις κοφτερές τις πέτρες, εδώ κάτω να ξεκουραστείτε έχετε στρώμα κι αποκούμπι .’’

(από τα ΡΟΔΑ ΚΑΙ ΜΗΛΑ τόμος Α σελ 289 – 290 έτος 1902)


‘’να και η ρεματιά, να κι οι Βόθροι. Σου ανοίγει την πόρτα ένας χωρικός και μπαίνεις μέσα. Σε καλοδέχεται. Του είπες τι γυρέβεις και γιατί ήρθες. Είναι πρόθυμος να κάμει ότι θέλεις. Θα μείνεις λίγες ώρες. Απόψε πρέπει να γίνει η δουλειά και αύριο το πρωί – μάλιστα θα γίνει … ‘’

(από τα ΡΟΔΑ ΚΑΙ ΜΗΛΑ τόμος Α σελίδα 293 έτος 1902)

‘’ήμουν ξεθεωμένος όταν έφθασα στο χωριό που λέγεται Φιλότι. Ερχόμουνα από τη Χώρα της Αξιάς. Είχα περάσει από κορφούλες και κορφούλες από αμπέλια πλαγιαστά, που τα φυτέψανε στις πλαγιές να να τα καίει πιο σίγουρα ο ήλιος. Γι’ αμπέλια πολύ φρόνιμο. Γι’ άνθρωπο έβρισκα πως ανέβαινα με το παραπάνω και πως το λιοπύρι καταντούσε αβάσταχτο. Λοιπόν ήμουν σαν κατσουφιασμένος. Και μολαταύτα χαρά στο στήθος μου, γελούσε με συνέπαιρνε η δόξα της Ελλάδας.
Νάτος ο περίφημος όχτος, αυτός είτανε – ήμουν τώρα και γω εκεί – λιγάκι μακριά, το μολογώ από τ’ ακρογιάλι το ίδιο, αφού βρισκόμουνα τότες στον κάμπο τον απέραντο που ξαπλωνότανε στο κέντρο περίπου του νησιού, ανάμεσα στα βουνά που μοιάζανε γύρω γύρω σαν αμφιθέατρο. Κάμπος με χίλιες ανωμαλίες, με βουναράκια, με υψώματα, που από πάνω τους δεν μπορούσε πάντα να ξανοίξεις τη θάλασσα .’’

(από τον ΙΣΚΙΟ ΤΟΥ ΠΛΑΤΑΝΟΥ σελ 37 -38 έτος 1911 )


‘’Εδώ στο Δαμαριώνα, στην Αξιά που κάθουμαι τώρα και γράφω, ήρθα προψές το απόγευμα, η ώρα μία. Πήγα στου βουλευτή δε με γνώριζε διόλου. Του είπα τι γυρεύω. Αμέσως στην ίδια στιγμή γέμισε το σπίτι παιδιά παραμύθια και φαγιά.
Όλοι όσους είδα πάντα και παντού έβαλαν τα δυνατά τους να μου ευκολύνουν τη δουλειά, ήξεραν πολύ καλά τι σπουδάζω, τι αξίζει η σπουδή, σε τι καταγίνομαι τόσα χρόνια. Έκανα και δυο τρείς γλωσσολογικές κουβέντες κάτω στη Χώρα κάθε βράδυ στο τραπέζι με τον καλύτερο από τους Χωρεσιανούς. Είχαμε γνωριστεί στη Σύρα.
Πρόθυμος ανοιχτόκαρδος ο κόσμος εδώ. Ο δήμαρχος του Χαλκιού της Τραγαίας, το βράδυ που παρουσιάστηκα πρόσταξε κρεβάτι και τραπέζι, προτού του πως και το όνομα μου. Να μην ξεχάσω τους παπάδες. Τι δεν μου έκαμε ο Νάξιος Δεσπότης. Τι δε μου έκαμε στις Μέλανες, εδώ ένας φτωχός παππάς. Ξεπέζεψα μια στιγμή και κάθισα στον καφενέ, ήρθε ο παππάς να μου κουβεντιάσει κι αμέσως να μου δώσει ροδάκινα, ρόδια, βασιλικό. Το χρέος μου, λέει, είναι να αγαπώ τους ανθρώπους. .’’


(από τα ΡΟΔΑ ΚΑΙ ΜΗΛΑ τόμος Α. σελίδα 295 – 296 έτος 1902)


Από αναδημοσίευση του Φιλολογικού Ναξιακού Μέλλοντος το 1954
Επιμέλεια αντιγραφή Ελένη Ι. Σοϊλέ

Δημοσίευση σχολίου