Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2016

Ο Ιάκωβος Καμπανέλης στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Μάουτχαουζεν

Στο βιβλίο του ‘’Μάουτχαουζεν’’ ο μεγάλος Ναξιώτης θεατρικός συγγραφέας Ιάκωβος Καμπανέλης περιγράφει την τραγική του εμπειρία σε ένα από τα κολαστήρια των Ναζί από όπου ήταν ένας από τους λίγους τυχερούς που γλύτωσαν . Παρακάτω ένα πολύ μικρό απόσπασμα του βιβλίου – συγκλονιστικής μαρτυρίας.
‘’ Ταξιδεύουμε απo τα χαράματα μέσα σε φορτηγά βαγόνια. Είναι θεοσκότεινα. Οι πιο πολλοί έχουμε κιόλας περάσει σαράντα μέρες στην απομόνωση και τέσσερις μήνες σ' ένα μικρό στρατόπεδο κοντά στο Ζίμερινγκ . Ήταν κι ένας Εβραίος εκεί . Οι Ες‐Ες σχηματίζανε έναν ανοιχτό κύκλο γύρω του και φωνάζανε:

«Μπάλα». Ο Εβραίος άρχιζε να τρέχει απ' τον ένα στον άλλο κι αυτοί τον κλοτσούσαν στα πόδια, στην κοιλιά, στα πλευρά, στο κεφάλι.

Το ποδόσφαιρο σταματούσε όταν η « μπάλα » έμενε ασάλευτη πάνω στη λάσπη από χώμα και αίμα. Όταν βαρέθηκαν να παίζουν κάθε μέρα το ίδιο παιχνίδι, τον πνίξανε σ' ένα ρέμα που κυλούσαν μέσα οι οχετοί.
Το τραίνο που μας πάει σταματά σε πολλούς σταθμούς ...... Ακούμε τα παραγγέλματα και τη σφυρίχτρα του κάθε σταθμάρχη αλλά ούτε που είμαστε καταλαβαίνουνε, ούτε που πάμε. Σταματάμε πάλι. Ξεκλειδώνουν τις συρτές πόρτες και τις ανοίγουν. Είναι μέρα ακόμα. Ο ήλιος πέφτει κατά πρόσωπο και μας στραβώνει. Όμως καλύτερα έτσι. Ο σταθμός είναι μικρός, επαρχιακός, με δέντρα, μπλοκαρισμένος από Ες‐Ες. Η παραλαβή μας απo τους Ες‐Ες του Μάουτχαουζεν γίνεται ονομαστικά. Ταυτόχρονα μπαίνουμε στη γραμμή πέντε‐πέντε .....

....Ο διπλανός μου ψιθυρίζει «φαίνεται πως θα δουλέψουμε στο χωριό». Άλλος λέει «το πολύ‐πολύ στα χωράφια». Κι ύστερα άλλος «οι Γάλλοι αιχμάλωτοι που δουλεύουνε στα χωράφια περνάνε καλά. Πολλοί το σκάνε». Παίρνουμε το δρόμο του χωριού. Δεξιά κι αριστερά σπίτια. Λοξοκοιτούμε στα παράθυρα και βλέπουμε τα έπιπλα που είναι μέσα .....
....Μόλις περνάμε την πλατεία ο αξιωματικός φωνάζει «αλτ». Ένα κουβάρι μαλλί κυλάει ανάμεσα στα πόδια της πεντάδας που είναι μπροστά μου. Ο Ες‐Ες σηκώνει το πόδι του και κοπανά πολλές φορές με το τακούνι της μπότας τα δάχτυλα αυτών που πάτησαν το κουβάρι. Το σηκώνει και τυλίγοντάς το πλησιάζει στην πόρτα ενός φούρνου και το δίνει σε μια γυναίκα που στέκει εκεί . «Εμπρός ... μαρς». Τα σπίτια σιγά‐σιγά αραιώνουν, o ήλιος έχει κατέβει, κάνει ψύχρα. Κάπου‐κάπου βόδια μουγκανίζουν. Αρχίζει η ερημιά. Δε βλέπουμε πια σπίτια. Σε έναν στύλο ένα πανό από λαμαρίνα γράφει: «Μην προχωράτε πέρα απ' αυτό το σημείο. Οι παραβάται συλλαμβάνονται. Εις περίπτωσιν αποπείρας διαφυγής, εκτελούνται επί τόπου»......

.... Δεξιά κι αριστερά φυλάκια. Στη μέση μπάρα για τα τροχοφόρα. Πάνω η επιγραφή: Ες‐Ες. Στρατόπεδο Συγκεντρώσεως Μάουτχαουζεν. Απ' τα πλευρά κάθε φυλακίου φράχτης από πυκνή σειρά συρματοπλέγματα, ψηλός ως τρία μέτρα, φεύγει και χάνεται μέσα στο δάσος και στη νύχτα που έχει πια έρθει. Δεν έχουμε πια ψευδαισθήσεις. Στο βάθος βλέπουμε το «Μάουτχαουζεν» καθισμένο σαν κάστρο στην κορφή του λόφου ........Το σήμα «νεκροκεφαλή» στην κορφή της στέγης. Μια καμινάδα που βγάζει φωτιά. Τιναχτή φωτιά έτσι όπως στα διυλιστήρια πετρελαίου. Ο αέρας μυρίζει καμένο κρέας ..... Προσέχουμε πως το χαλίκι του δρόμου είναι ανάμιχτο με αποκαΐδια. Ανάμεσά τους βλέπουμε κομμάτια κόκαλα. Κανείς δε μιλά ....Ποιος τολμά να πει: «Έχεις ακούσει πως απ' τους ανθρώπους βγάζουν σαπούνι κι άλλα χημικά προϊόντα;» ‘’




Δημοσίευση σχολίου