Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2016

Ξαναδιαβάζοντας την ιστορία των Ονειρευάμενων της Κορώνου

Εξετάζοντας την προφορική λαϊκή παράδοση και το συλλεγμένο λαογραφικό υλικό συναντά κανείς πολλές, ενδιαφέρουσες ιστορίες με παραμυθιακό -εκ πρώτης όψης- περιεχόμενο, που λειτουργούν όμως ως ερμηνευτικοί μύθοι στοιχείων, τοπίων, κατασκευών αλλά και της ίδιας της ιστορίας της κοινότητας, στο πλαίσιο της οποίας αυτές οι ιστορίες συντίθενται...

Ανάμεσα σε αυτές εντάσσεται και η ιστορία μιας γριάς ανδριώτισσας που παραδίδει ο Ι.Θ. Κακριδής (1978: 17), η οποία «ήξερε παλιές ιστορίες» και «είπε πως οι γενιές των ανθρώπων ήταν τέσσερις. Πρώτα έζησαν οι Δράκοι, έπειτα οι αλλόπιστοι Έλληνες, ύστερα οι Βενετσιάνοι και ύστερα οι Τούρκοι».
Σε αυτήν την περίπτωση, εκτός από το ψυχαγωγικό αποτέλεσμα που μπορεί να έχει, η ιστορία συνδυάζει παραμυθιακά στοιχεία (Δράκοι), οικειοποιημένες ιστορικές παραπομπές (αρχαίοι Έλληνες, Ενετοί, Οθωμανοί) και τοπικά σχήματα ερμηνείας (οι Έλληνες ως μυθικός λαός γιγάντων που ευθύνεται για τις κατασκευές των μέχρι σήμερα σωζομένων, εντυπωσιακών ερειπίων) με σκοπό να δοθεί το ιστορικό βάθος της ανθρώπινης ύπαρξης. Η ιστορία με άλλα λόγια, ως άλλη Ησιόδια περιοδολόγηση, περιγράφει την πορεία της ανθρωπότητας από το παρελθόν, μέσω των περιόδων κατοίκησης/κατάκτησης του γνωστού κόσμου, ως το παρόν, με τρόπο που απέχει από το κλασικό ιστοριογραφικό πρότυπο, αποτυπώνοντας παράλληλα κοινούς τόπους και αντιλήψεις που υπήρχαν την περίοδο σύνθεσής της, στην κοινότητα του νησιού.
Τι όμως μπορεί να συμβαίνει, όταν τέτοιου είδους ιστορίες είναι διαδεδομένες, και όχι μόνο γνωστές από ηλικιωμένους; Ή όταν η ιστορία είναι ακόμα ζωντανή, εξελισσόμενη στο εσωτερικό μιας κοινότητας με ανοίκεια μέσα, όπως τα όνειρα;
Μια τέτοια περίπτωση ιστορίας, ενός συλλογικού οράματος καλύτερα, μελετά ο Charles Stewart στο βιβλίο Dreaming and historical consciousness in island Greece (Όνειρο και ιστορική συνείδηση στη νησιωτική Ελλάδα) που εκδόθηκε το 2012 και αφορά στην περίπτωση των ονειρευάμενων της Κορώνου.
Το βιβλίο ανήκει στη σειρά: Cultural politics, socio-aesthetics, beginnings (πολιτιστικές πολιτικές, κοινωνικό-αισθητική, αρχές) και επιμελείται από το Τμήμα Κλασικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ. Η σειρά υποστηρίζει την πρωτογενή έρευνα στο πεδίο της κοινωνικοπολιτιστικής ιστορίας, ανθρωπολογίας, λογοτεχνίας και κριτικής θεωρίας, εστιάζοντας στις ευρωπαϊκές και κυρίως ελληνικές παραδόσεις, με έξι σημαντικές μελέτες στο ενεργητικό της μέχρι σήμερα. Στόχος της, η διεπιστημονική προσέγγιση των παραπάνω θεμάτων και η έμφαση στη συστηματική μεθοδολογική ανάλυσή τους, στο πλαίσιο της ευρύτερης κοινωνικοπολιτικής πράξης.

Οι ονειρευάμενοι και η ιστορία τους
Ο συγγραφέας, καθηγητής στο University College London, δεν είναι άγνωστος στο ελληνικό κοινό, αλλά ούτε και στη Νάξο, μετρώντας πάνω από δυο δεκαετίες συστηματικής έρευνας στο νησί. Το πρώτο του βιβλίο εκδόθηκε το 1991 και κυκλοφόρησε μεταφρασμένο στα ελληνικά το 2008 με τίτλο «Δαίμονες και Διάβολος στην Ελλάδα» από τις εκδόσεις Ταξιδευτής, καταγράφοντας προφορικές μαρτυρίες και συζητώντας ανθρωπολογικά τις κοινωνικές προεκτάσεις των ντόπιων «παγανών» και του διαβόλου εντός του κοσμολογικού σύμπαντος της Απειράνθου. Στο δεύτερο βιβλίο, το οποίο εξετάζουμε εδώ, ο συγγραφέας εστιάζει ξανά στην ορεινή Νάξο, αλλά αυτή τη φορά ακολουθεί την ιστορία των ονειρευάμενων της Κορώνου, και τη μελετά σε τρεις περιόδους:
Το 1830 επιδημία ονείρων ενέσκηψε στην Κόρωνο προτρέποντας κατοίκους στην ανασκαφική έρευνα για τον εντοπισμό εικόνων και άλλων καταλοίπων και την κατασκευή ναού της Παναγίας (Αργοκοιλιώτισσας), εν μέσω υπερφυσικών φαινομένων (ιάσεις ασθενών, επιθέσεις δαιμόνων κ.ά.), που καταγράφονται σε μαρτυρίες ντόπιων και την προφορική ιστορία.
Οι θεόσταλτες ενύπνιες οδηγίες, που συμβαίνουν σε μια περίοδο ιστορικών αλλαγών για την Ελλάδα (1831-1836) παράλληλα με τη σύνθεση και την ανάδυση του νέου ελληνικού κράτους υπό βαυαρική διοίκηση, καταλήγουν στην ανεύρεση τριών εικόνων στο Αργοκοίλι. Ο αυξανόμενος θόρυβος γύρω από αυτήν την κινητοποίηση που φτάνει και εκτός νησιού, δραστηριοποιεί τις τοπικές αρχές αλλά και την Ιερά Σύνοδο, που αποφασίζουν την κατάσχεση και μεταφορά των εικόνων από την Κόρωνο στη Χώρα της Νάξου και τη φύλαξή τους σε σφραγισμένο φοριαμό της Μητρόπολης. Αν και ο Όθωνας αρνείται την κατασκευή ενός προσκυνήματος στην περιοχή, το 1851 χτίζεται τελικά μια πρόχειρη εκκλησία δίπλα στον τόπο ανεύρεσης των εικόνων.
Εκατό χρόνια αργότερα, το 1930, ο εντοπισμός μιας από αυτές, της μικρής εικόνας του Ευαγγελισμού μέσω ονείρου, φτιαγμένης με την τεχνική της κηρομαστίχης, σε ένα εικονοστάσι σπιτιού στη Χώρα, και η επιστροφή της στην Κόρωνο και έπειτα στο Αργοκοίλι, προκαλεί νέα επιδημία ονείρων αυτή τη φορά ανάμεσα σε παιδιά της Κορώνου, συνομήλικα με την έφηβη, ονειρευάμενη που επανεντόπισε την εικόνα του Ευαγγελισμού. Τα όνειρα πραγματεύονται την ανεύρεση εικόνας της Αγ. Άννας, στην ίδια περιοχή που εντοπίστηκαν και οι προηγούμενες εικόνες. Τα όνειρα που καταγράφονται σε σχολικά τετράδια και αναγιγνώσκονται ημερησίως δημόσια στο χωριό, προτρέπουν σε νηστεία και ενάρετη ζωή με στόχο τον εντοπισμό της νέας εικόνας. Αν και οι ημερομηνίες της ανακάλυψης αποτυγχάνουν και οι ακόλουθοι των ονειρευάμενων μειώνονται, οι προφητείες επιπλήττουν τους απίστους και προβλέπουν την δημιουργία της μεγάλης εκκλησίας της Παναγίας, τον εντοπισμό και άλλων θησαυρών που αναμένουν στο υπέδαφος και την ευρύτερη αλλαγή της τύχης της Κορώνου, με την ανεύρεση της νέας εικόνας.
Η τρίτη περίοδος εξέτασης της ιστορίας είναι η δεκαετία του 1990, όπου με κινήσεις του τοπικού συλλόγου και της Ομοσπονδίας Ναξιακών Συλλόγων επιτελείται τελικά ο στόχος των ονείρων και εκκινεί η κατασκευή της εκκλησίας της Παναγίας της Αργοκοιλιώτισσας.

Όνειρα του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος
Η ενδιαφέρουσα υπόθεση της Κορώνου, με την κομβική θέση που καταλαμβάνει στη ζωή της ορεινής κοινότητας, ταιριάζει με το πρότυπο του «μύθου-ονείρου» που ανέπτυξε ο ανθρωπολόγος K. Burridge (1995) στη μελέτη του για τα νησιά της Μελανησίας. Ο «μύθος-όνειρο» είναι το συλλογικό όραμα μιας κοινότητας, το οποίο δρομολογείται από ένα σύνολο ενδείξεων, φυσικών και υπερφυσικών, και γεγονότων, που οργανώνονται γύρω του από τους «πιστούς», στήνοντας μια κοινά μοιραζόμενη προσδοκία ανάμεσά τους, που πέρα από τον μελλοντικό στόχο, φανερώνει και αντιλήψεις της κοινότητας για το παρελθόν και κυρίως το παρόν.
Στην υπόθεσή μας, τα όνειρα, τα οποία μελετώνται από καταγραφές των ίδιων των πρωταγωνιστών ή καθ’υπαγόρευσή τους, σε συνδυασμό με άρθρα τοπικών εφημερίδων, αναφορές εμπλεκομένων, προσωπικές συνεντεύξεις, και την αλληλογραφία επίσημων φορέων, αποτελούν την κύρια ένδειξη και καταλύτη του «μύθου-ονείρου» της Κορώνου. Προσδοκώμενο αποτέλεσμα είναι η ανεύρεση των υποσχεμένων θρησκευτικών μνημείων και η αλλαγή της τύχης του χωριού.
Εντός όμως αυτής της μελλοντολογικής αφήγησης, έρχονται στην επιφάνεια στοιχεία πραγμάτευσης του παρόντος και του παρελθόντος της Κορώνου και ολόκληρης της Νάξου ή τουλάχιστον αντιλήψεις των κατοίκων της για αυτά. Εξετάζοντας το υλικό των ονείρων μέσα από ένα σύνολο θεωριών (νευροφυσιολογική, ψυχαναλυτική/ψυχοθεραπευτική, ιστορική), ο συγγραφέας εξετάζει την ανάδυση αυτών των χρονικοτήτων που προκύπτουν και αναπτύσσει την ιδέα μιας εναλλακτικής ιστορικοποίησης μέσω αυτών, σχετιζόμενης σε μερικά σημεία αλλά σίγουρα διαφορετικής από την επίσημη ιστορία.

Εναλλακτική ιστορία
Με αυτόν τον τρόπο, η ανακάλυψη των αντικειμένων από τους θεοσεβείς ακολούθους των ονειρευάμενων ενεργοποιεί την ιστορική ερμηνεία τους που συντίθεται συγκριτιστικά με υλικά του παρόντος, τμήματα ιστορίας που έχουν μείνει στον συλλογικό νου αλλά και τοπικά σχήματα αντίληψης, όπως και στην ιστορία από την Άνδρο, στον πρόλογο αυτού του κειμένου. Έτσι, κάποια οστά που εντοπίζονται πριν τις εικόνες του 1836, ερμηνεύονται μέσω των ονείρων, ως ανήκοντα σε μια οικογένεια Αιγυπτίων, που κατέφυγε στο νησί την περίοδο της εικονομαχίας και θάφτηκε ύστερα από θεϊκή παρέμβαση μαζί τα ζώα και τη θρησκευτική σκευή, όταν πλησιάσε απειλητικά ο εχθρός. Αυτός ο ερμηνευτικός μύθος που στήνεται για να εξηγήσει το εύρημα, συντιθέμενος από συρραφή γεγονότων, ιστοριών και ερμηνειών, τίθεται εκτός δυτικού χρονολογικού, ιστοριογραφικού παραδείγματος, παραμένει όμως ένας πολιτιστικά αποδεκτός δείκτης ιστορικής ανάγνωσης, η οποία ενεργοποιείται από την υλικότητα των ευρημάτων και την ανάγκη τοποθέτησής τους εντός του παρελθόντος της κοινότητας, το οποίο τελικά εκείνα προκαλούν να δημιουργηθεί.

Ερμηνεία του παρόντος και η προσδοκία του μέλλοντος
Παρόλη όμως αυτή τη δημιουργική ιστοριογραφία που προκαλούν η προσδοκία και η ανακάλυψη των αντικειμένων, τα όνειρα φαίνεται πως αντιδρούν και σχολιάζουν το πολιτικό και κοινωνικό τους περιβάλλον στο παρόν.
Η ανεύρεση της εικόνας της Παναγίας στην Τήνο το 1823 από μια μοναχή, με παρόμοιο τρόπο ονείρου-ανασκαφής, και η σταδιακή οικοδόμηση της εκκλησίας και της λατρείας σε προσκυνηματικό κέντρο, φαίνεται να λειτούργησε ως πηγή έμπνευσης για την υπόθεση της Κορώνου. Η εκκίνηση όμως αυτής της ιστορίας της Τήνου γίνεται μια δεκαετία νωρίτερα από την αντίστοιχη της Νάξου, πριν δηλαδή τη συγκρότηση του νέου ελληνικού κράτους και την οριοθέτηση – απαγόρευση ενός συνόλου σχετικών δραστηριοτήτων στο τοπικό επίπεδο.
Συγκεκριμένα, ήδη οι επαναστατικές κυβερνήσεις αλλά και η πρώτη διοίκηση της Ελλάδας εθνικοποίησε τους ορυκτούς πόρους προς όφελος του δημοσίου ενώ παράλληλα περιόρισε την ανασκαφή μνημείων (1834) από ιδιώτες. Η ίδρυση της αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδας την ίδια περίοδο (1833) σήμαινε και τον περιορισμό τοπικών αντιλήψεων και πρακτικών που δεν εναρμονίζονταν απολύτως με τον Ορθόδοξο κανόνα, όπως εκπορεύονταν από το γραφείο της Ιεράς Συνόδου.
Στην περίπτωση της Κορώνου οι επιπτώσεις είναι πολλές. Αρχικά, εθνικοποιούνται τα αποθέματα σμύριδας, ορυκτό στη σκληρότητα και μοναδικότητα του οποίου η τοπική κοινότητα βάσιζε την οικονομική της ευδαιμονία μέσω εξαγωγών. Παράλληλα, τα μνημεία γίνονται δημόσιο αγαθό και η ανασκαφή τους σταδιακά επιστημονική διαδικασία, ενώ τα όνειρα με αποκαλυπτικό περιεχόμενο και σημαντικό τοπικό αντίκτυπο, μάλλον θα ανησυχούσαν τις κεφαλές της Εκκλησίας παρά θα προκαλούσαν το θρησκευτικό τους αίσθημα. και όλα αυτά να προκαλούνται από μια νεοφυή κεντρική διοίκηση, που όχι μόνο ξενίζει αλλά είναι και στην ουσία της ξένη (βαυαρική).
Αντίστοιχα, η δεύτερη εξεταζόμενη περίοδος, η δεκαετία του 1930, συμπίπτει επίσης με μια περίοδο κρίσης και συγκεκριμένα την ξαφνική πτώση στις πωλήσεις του ορυκτού και την καταστροφική επίδραση στις ζωές των κατοίκων της Κορώνου.
Αυτές οι κοινωνικοοικοονομικές εντάσεις και ο πολλαπλός αποκλεισμός των Κορωνιδιατών από την διαμορφωμένη καθημερινότητά τους, προκαλούμενες από εξωτερικά κέντρα με τοπικό όμως αντίκτυπο, θα προκάλεσαν συλλογική αγωνία για το μέλλον και αναδίπλωση στο εσωτερικό της κοινότητας, που αποτυπώνονται έκδηλα ή/και προκαλούν, όπως προτείνει ο συγγραφέας, την πρώτη και την δεύτερη επιδημία ονείρων. Σε αυτά, απαλύνεται κατά κάποιο τρόπο το άγχος καθώς αποκαλύπτονται στοιχεία του παρελθόντος της κοινότητας, οι βάσεις της (η ιστορία της διωκόμενης οικογένειας από την Αίγυπτο και η επιλογή του ιερού τόπου στο νησί) και προβλέπεται ακριβής δράση για το παρόν (ανασκαφή για τον εντοπισμό των εικόνων), πάντοτε με ηθικοπλαστικό περιεχόμενο. Παράλληλα όμως στοιχειοθετείται και ορατή ελπίδα για το μέλλον, αφού προοικονομείται η υλικότητα των ονείρων και η φυσική εμπλοκή τους στην κοινωνικοπολιτική εξέλιξη με την οικονομική ανάπτυξη, που θα επέλθει μετά τον εντοπισμό των θρησκευτικών μνημείων και τη διαμόρφωση του προσκυνήματος.
Όλα αυτά τελικά διαμορφώνουν ένα ιστορικό συνεχές, μια ιστορική συνείδηση, μέσω της σύνθεσης των χρονικοτήτων που προκύπτουν, δημιουργώντας παρελθόν, σχολιάζοντας το παρόν, ίσως και πριν ακόμα τη συνειδητοποίησή του και προοικονομώντας το μέλλον.

Προς μια ανθρωπολογία της ιστορίας
Στο βιβλίο του, ο Charles Stewart, πραγματεύεται ένα σύνολο από θέματα μέσα από το πρίσμα της ιστορίας, της θεολογίας και της φιλοσοφίας, κυρίως όμως περιγράφει ένα νέο, αναδυόμενο πεδίο μεταξύ ανθρωπολογίας και ιστορίας, την «ανθρωπολογία της ιστορίας» (anthropology of history), που ανοίγει ένα παράθυρο μελέτης εναλλακτικών εργαλειών ιστορικοποίησης, όπως τα όνειρα στη μελέτη που εξετάσαμε, και διαδικασιών που συντελούνται μακριά από τις βιβλιοθήκες των ιστορικών, συμβάλλουν όμως όλα μαζί στη διαμόρφωση της εικόνας και της αίσθησης που έχουν κοινότητες ανθρώπων για το παρελθόν και την ιστορικότητα του τόπου τους (βλ. και Knight & Stewart 2016).
Η πρόθεση αυτή συμπλέει με τη θεωρητική στροφή των ιστορικών σπουδών από τη δεκαετία του 1960 και εξής, με πρωτοπόρα τη σχολή των Annales, όπου διακρίνεται η μετάβαση από τη συνταγματική στην παραδειγματική σύνταξη της ιστορίας, ενώ τα μεγάλα κρατικά αφηγήματα και ιεραρχικά σχήματα εξηγήσεων δίνουν τη θέση τους στη δικτύωση των νοημάτων και την αναδιάταξη της αξίας της υποκειμενικής εμπειρίας στην ιστορία, μέσω της μνήμης, της προφορικής ιστορίας και της βιωμένης εμπειρίας, όπως σημειώνονται στον επιστημονικό τομέα της δημόσιας ιστορίας (public history) (Λιάκος 2005: 149, Φλάισερ 2011, Λεκάκης 2013: 69)

Πέρα όμως από την ερμηνεία της πρόσφατης ιστορίας της Κορώνου, εντός αυτής της εθνογραφίας της ιστορικής συνείδησης του Stewart, μεταβολίζεται με πολύ ενδιαφέρον λαογραφικό υλικό και παραδίδονται νέες ματιές σχετικά με τις ταυτότητες των κοινοτήτων της ορεινής Νάξου αλλά και των αντιλήψεων τους για τα μνημεία και το τοπίο. όψεις της άυλης κληρονομιάς του νησιού που αν και συστηματικά καταγεγραμμένη, έχει αποκτήσει προοπτικές αναγνώρισης μόνο τα τελευταία χρόνια (UNESCO 2003).

Μαθαίνουμε δηλαδή, ότι το τοπίο, οικείος τόπος δραστηριότητας των ντόπιων, είτε μέσω της εξόρυξη της σμύριδας είτε μέσω της καλλιέργειας και της νομής αιγοπροβάτων, είναι επίσης μήτρα ή/και φυλακτήριος χώρος αντικειμένων, τα οποία φανερώνονται έπειτα από θεϊκή παραγγελία. Εικόνες, αγιάσματα και άλλοι θησαυροί έχουν πολλές φορές ιδιότητες ζώντων οργανισμών και προσκαλούν τους πιστούς για την ανεύρεσή τους. Η διαδικασία εντοπισμού τους υπόκειται σε διαφορετικούς κανόνες. είναι μια εναλλακτική, μαγική θα λέγαμε αρχαιολογία (occult archaeology), που λειτουργεί με ενύπνιες οδηγίες, παραμυθιακές διηγήσεις και σχετίζεται με ένα σύνολο θρησκευτικών κανόνων και τοπικών σχημάτων, που απέχουν πολύ από την επίσημη αρχαιολογική διαδικασία (Lekakis υπό προετ.).

Το τοπίο της Νάξου στις αρχές του αιώνα είναι ένα τόπος υπό δημιουργία. Διχασμένο, ανάμεσα στις παραδοσιακές πρακτικές και την αντίσταση που φέρουν ενάντια στις νεοτερικές αντιλήψεις της κεντρικής διοίκησης και τους αντικτύπους διεθνών εξελίξεων, φιλοξενεί τα όνειρα και τις προσδοκίες των κατοίκων της ορεινής κοινότητας, προσφέροντάς τους εναλλακτική ιστορική συνείδηση και κυρίως ελπίδα για το μέλλον.

Δημοσιεύτηκε στα Ναξιακά 20, 8-14
Βιβλιογραφία
Βαρβούνης, Μ.Γ., 2013. Το ναξιακό περιοδικό «Αργοκοιλιώτισσα» και η ελληνική θρησκευτική λαογραφία, στο Προμπονάς, Ι.Κ., Ψαρράς, Σ.Ε., Πρακτικά του Δ’ πανελληνίου συνεδρίου με θέμα «Η Νάξος δια μέσου των αιώνων», Αθήνα: 725-736
Burridge, Κ., 1995. Mambu: A melanesian millennium. Πρίνστον
Κακριδής, Ι.Θ., 1978. Οι αρχαίοι Έλληνες στη νεοελληνική λαϊκή παράδοση. Αθήνα
Knight, M.D, Stewart, C., 2016. Ethnographies of austerity: Temporality, crisis and affect in Southern Europe.History and Anthropology 27,1, 1-18
Λεκάκης, Σ., 2013. Κοινωνικές και οικονομικές οπτικές της πολιτιστικής κληρονομιάς: Η διαχείριση σε τοπικό επίπεδο. Η περίπτωση του Αιγαίου και της νήσου Νάξου. Αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, Πανεπιστήμιο Αθηνών. Αθήνα
Lekakis, S., υπό προετ. The unseen landscape of Naxos. Cultural heritage and the social dynamics in the Aegean Sea.
Λιάκος, Α., 2005. Πώς στοχάστηκαν το έθνος αυτοί που ήθελαν να αλλάξουν τον κόσμο; Αθήνα
Φλάισερ, Χ., 2011. Η δημόσια ιστορία, συνέντευξη στον Μ. Γουδή.
UNESCO 2003. Convention for the Safeguarding of the Intangible Cultural Heritage.

Δημοσίευση σχολίου