Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου 2017

Οι αποκριές στ’Απεραθου το 1939 από τον Νίκο Βλ. Σφυρόερα

Αποκριές στ’ Απεράθου λένε πολλές μέρες του χρόνου που απ’ την άλλη μέρα ΄΄δε βάνει κριάς΄΄κι αρχίζει η νηστεία.
Έχουμε την αποκριά του θέρους =Αγίων Αποστόλων ,την Αποκριά τση Παναγίας=31 Ιουλίου, την Αποκριά του Άη Φιλίππου κυρίως όμως λένε τις μέρες που αρχίζουν από την Κυριακή του Ασώτου και τελειώνουν την Κυριακή του Τυροφάγου. Τις δυο πρώτες Βδομάδες του Τριωδίου τις λένε ΄΄Προφωνές΄΄ και τις άλλες δυο ΄΄Κριατινή΄΄ και ΄΄Τυρ’νή΄΄ κι οι μέρες τους παίρνουν το όνομα της εβδομάδας.
Το Προφωνό Σάββατο, δηλαδή το πριν από την Κυριακή του Ασώτου ή τη Κριατινή Δευτέρα σφάζουν τους χοίρους που οι ποιο πολλοί Απεραθίτες έχουν αγοράσει από ξόλαμπρα και τους τρέφουν όλο το χρόνο γι’ αυτές τις μέρες. Από...

πολύ πρωί ως αργά το βράδυ ακούει κανείς σ’ όλες τις αυλές και τις εξώπορτες του χωριού τα επιθανάτια μουγκρητά των χοίρων που σφάζονται και τα παιδιά που ουρουλιάζουν από πόρτα σε πόρτα τραγουδώντας περιγελαστικά:
Είδες το το όνειρό σου
Το μαχαίρι στο λαιμό σου
Κι ύστερα αφού τους κρεμάσουν:
Που σαι και δε φαίνεσαι
Στο κατσουκάνι κρέμεσαι.
Απ’ το χοίρο που θα σφάξει κάθε σπίτι θα φαγωθούν τις δυο πρώτες μέρες τα ΄΄συκώθια΄΄ και οι ΄΄εμαθιές΄΄ και ύστερα κατά την τρίτη ή τέταρτη μέρα θα χωριστεί για να στείλουν τα ΄΄πεσκέσα΄΄ στους συγγενείς και φίλους που δεν έχουν, να γίνουν τα ζαμπόνια, οι μεζίνες και τα παστά κι απ’ τον υπόλοιπο να ΄΄Αποκριώσει΄΄ το σπίτι κι από όσο πάλι περισέψει να γίνουν τα γλινερά κι οι γλίνες. Τη φούσκα του χοίρου που χωρίζεται την παίρνουν τα παιδιά του σπιθιού και τρίβοντάς την να μεγαλώσει λένε:
Τρίψε τρίψε να ενείς
Σα του βουδιού τη κεφαλή.

Την πέμπτη πριν την Κυριακή των Αποκρεών, θα ΄΄τσίσουν΄΄ τη κεφαλή και τα ποδάρια του χοίρου και γι’ αυτό την λένε ΄΄Τσικνοπέφτη΄΄.
Έτσι λοιπόν από φαί είναι παραχορτάτη τις μέρες αυτές η Απεραθίτικη φαμελιά και το κρασί που δε της απολύπει την φέρνει στα κέφια, στα τραγούδια και στους χορούς.
Μέσα σ’ όλ’ αυτά η ΄΄ μοσκάροι΄΄ έρχονται για να ΄νάψουν περισσότερο το γλεντοκόπι. Απ΄ το βράδυ της Κριατινής Δευτέρας μα ποιο πολύ απ’ το βράδυ τση Τσικνοπέφτης παιδιά, νέοι και νιές, άντρες και γυναίκες ‘έροι και γριές μοσκαρώνουνται και γυρνούν από σπίτι σε σπίτι με αστεία, τραγούδια και χορούς, πειράζοντας και κοροϊδεύοντας ο ένας τον άλλον. Οι γυναίκες ντύνονται αντρικά και οι άντρες γυναικεία και υποκρίνονται όλα τα επαγγέλματα, απ’το γύφτο και τη μοιρατζού ως το μεγάλο αφέντη και άρχοντα. Άλλοτε πάλι τα κορίτσια ντύνονται όμορφες βλάχες, με υφαντά και ολοκέντυτα ρούχα και οι νέοι φουστανελλάτοι και βρακάτοι και γυρνούν τα βιολιά και τα ντουμπάκια που παίζουν σχεδόν κάθε βράδυ.
Αλίμονο ξύλο πο’ χει φάει όποιος προσπαθήσει να βγάλει τη ΄΄μουτσούνα΄΄ κανενός απ’ τα κορίτσα που συνοδεύονται μοσκαρεμένα. Φονικά γίνανε άλλοτε γι’ αυτή τη δουλειά.
Τα τραγούδια που λέγονται στους χώρους και τα γλέντια του χωριού μπορει να πει κανείς πως δε διαφέρουν απ’ τα άλλα που λέγονται όλο το χρόνο στο χωριό. Συχνά όμως, με την έμφυτη ευχέρεια πο ’χουν όλοι οι απεραθίτες να στοιχουργούν, ακούει κανείς και μερικά καινούργια ,ανάλογα στην περίσταση τα οποία όμως ξεχνιούνται μόλις μπει η Σαρακοστή.
Ένα δυο είναι εκείνα που είναι καθαρά αποκριάτικα:
Η βλάχα
Βλάχα, βλάχα,βλάχα, βλαχοπούλα
Κι αρβανιτόπουλο
Στη κεντημένη σου ποδιά
Μωρέ βλάχα
Αηδόνια κελαηδούνε
Βλάχα,βλαχοπούλα
Συ μου τα πήρες ούλα

Τα κορίτσια σέρβικα
Τα λένε ντουρνεράκια
Ντούρνερα και ντούρνερα και ντουρνε,ντουρνεράκια
Ήπηρε μ’ αφέντης μου μια ασκοτζαμπούνα
Κι ήπαιζα την κι ήκανε ντουρναι ντουντουρνα
Τέτοια είναι η όρεξη για γλέντι και χορό σε όλο το χωριό που λένε και το κοτσάκι:
Ήρθαν’ οι αποκριές
Και χορέβγουν κι οι γριές.

Με τέθια χαροκόπια περνά η κριάτινη βδομάδα και μπαίνει η Τυρνή. Στα παλιά χρόνια, θυμούνται οι γερόντοι, λίγοι ήσαν οι απεραθίτες που ’βάναν κριατινό στο στόμα τους τη βδομάδα φτη. Ψαρικά και μαντρικά ήταν το καθημερνό τους. Η μυζήθρες, οι μανούρες, οι κωμοί, απ’ τα φρέσκα γαλατερά, τα αθότυρα και τα τυριά απ’ τα φυλαγμένα, οι μπακαλιέροι και τα άλλα ψαρικά ήταν του τραπεζιού της Τυρινής η στρώση. Μα τώρα είναι λίγοι εκείνοι που φυλάνε τα παλιά .Η ποριχοσκουτέλα Σαρακοστή βρίσκει τη κοιλιά ολονώνε γεμάτη λάρδητα και γλίνες.

Το αποκριάτικο γλέντι ανάβει και κορώνει την Τυρινή και οι μοσκάροι είναι περισσότεροι. Μα οι ποιο γουστόζοι από όλα είναι οι κουδουνάτοι που γίνονται την Τυρνή Δευτέρα και το Τυρνό Σαββάτο. Την πρώτη για να ξεσκουριάσουνε τα κουδούνια . Το δεύτερο για να μαζέψουν λεφτά και αυγά. Τα καμώματά τους και τα σουσούμια τους είναι ολόιδια με των σατύρων του Διόνυσου. Από την μέση κι απάνω φορούν ένα βοσκίστικο αμπαδέλι (κάπα με κουκούλα),στη κεφαλή ένα βρακαδίστικο φέσι, έχουν τη μούρη σκεπασμένη με ένα τουλουπάνι για να μη γνωρίζονται, κρατούν στο χέρι μια τεράστια χοντρή ράβδα από μαλακό ξύλο τη ΄΄σόμπα΄΄. Και έχουν τη μέση ολόγυρα ζωσμένη με κουδούνια.
Συχνά στη θορυβοδική πομπή τους προπορεύεται ένας άντρας ντυμένος γριά, γνέθοντας μια ψεύτικη ρόκα και κρατώντας ένα καλάθι για να βάζει μέσα τ’αυγά που παίρνουν απ’ τα σπίθια κι ένας άλλος ντυμένος με προβιές και με μια ΄΄μπούκα΄΄ κρεμασμένη στο λαιμό του παριστάνοντας έτσι την αρκούδα που δεμένη απ’ τη μέση μ’ένα σκοινί κρατιέται από άλλον ντυμένο αρκουδιάρη, ο οποίος της παίζει μ’ ένα ντουμπάκι για να χορεύει και κραυγάζει διαρκώς ΄΄γιάλα γιάλα΄΄.
Έτσι καταρτισμένες οι παρέες των κουδουνάτων γυρνούν και ορχούνται μέσα στους δρόμους του χωριού, μ’ ένα δαιμονικό θόρυβο κουδουνιών και άναρθρων κραυγών, χτυπώντας πόρτες και ανθρώπους σαν μεθυσμένοι, σαν σάτυροι μαινόμενοι.
Οι γριές τους καταργιούνται ΄΄να τα φορούν και τη λαμπρή΄΄ και τα παιδιά παρόλο που τους φοβούνται δεν παύουν όμως και να τους περιπαίζουν φωνάζοντάς τους:
Να οι μοσκάροι που να τσοι φαν’ οι αδάροι...
Την Τυρνή Κυριακή γίνεται άλλο μοσκαράδικο πανήγυρι στη Πλάτσα του χωριού με τους ΄΄παλιομοσκάρους΄΄ που, χωρίς κουδούνια αυτοί, έρχονται και κοροιδεύουν όλο το κόσμο, πότε απαγγέλοντας τσουχτερά δίστοιχα και πότε με κάθε λογής πειράγματα που κάνουν ωστόσο όλο το κόσμο να γελά. Το βράδυ μ’ένα γερό φαγοπότι, που στο τέλος του θα φάνε πολλοί ένα αυγό για να ΄΄βουλώσουν΄΄την Αποκριά και να ανοίξουν πάλι με αυγό τη πασκαλιά, με ξενύχτη και χορούς κλείνουν οι Απεραθίτες την Αποκριά τους.
Ξημερώνει με το καλό η Καθαρά Δευτέρα.
Οι νοικοκυράδες θα ΄΄ξεμαέψουν΄΄ όλα τα αγγεία με στάχτη για να τα καθαρίσουν από τις αποκριάτικες΄΄μαγαρισές΄΄, το φαγοπότι όμως δε παύει με τα νηστίσιμα.
Πολλοί γίνονται φουστανελάτοι,στολίζονται με κορδέλες και μαλαματικά γυρίζοντας έτσι τα τελευταία βιολιά. Τη Καθαρά Δευτέρα ακούγονται και αυτά τα τραγούδια:
Ήφυεν η Αποκριά η όμορφη κοπέλα
Κι ήρθε κι η Σαρακοστή η ποριχοσκουτέλα.
Ήφυε η Αποκριά με γλέδια και παιχνίδια
Κι ήρθε η Σαρακοστή με ελιές και με κρομύδια.
Ήμπηκε η Σαρακοστή
Και θα ενούμε σα κλωστή...


Έτσι περνούν κι έτσι τελειώνουν οι Αποκριές στ’Απεράθου

Νάξος 10 Φλεβάρη 1939
Νίκος Β. Σφυρόερας
Η δημοσίευση έγινε στο Ναξιακό Μέλλον , επιμέλεια & αντιγραφή από το πρωτότυπο Ελένη Ι. Σοϊλέ 
Δημοσίευση σχολίου