Κυριακή 29 Μαΐου 2011

Ξημερώνει Άλωσις !

Ξημερώνει! Τούτο το ξημέρωμα δεν το ‘χω χάσει μήδε μια φορά τα τελευταία χρόνια. Είναι ο δικός μου σιωπηλός φόρος τιμής. Είναι η δική μου δέηση σε κείνους του μακρινούς μου προγόνους. Είναι η στιγμή της ετήσιας εξομολόγησης μου, για όλα τα κρίματα που έκανα και πάλι φέτος απέναντι στην πατρίδα μου. Τι έκανες Ιωάννη πάλι φέτος για την πατρίδα σου; Τίποτε…, απαντώ για ακόμα μια χρονιά. Τίποτε! 
Ξημερώνει! Ένα καταγάλανο πέπλο αρχίζει να λούζει τον επί Γης Παράδεισο, το δικό μου Παράδεισο, που είναι τούτα δω τα «ξερονήσια», οι πολύχρωμα ζωγραφιστές ξεχωριστές κουκίδες που δεσπόζουν σιωπηλές και πανώριες, κατάστηθα καρφιτσωμένες πάνω στο θαλασσοδαρμένο στήθος του Αιγαίου. Γαληνεύω και κλείνω τα μάτια μου. Η ώρα κοντεύει. Ακούω τις καμπάνες, κείνα τα θεόκτιστα σήμαντρα του παρελθόντος, που αρχίζουν να βαρούν σε ήχους μαγικούς, μα τόσο λυπημένους. Δεν είναι κάλεσμα γιορτής. Είναι κάλεσμα θρήνου. Είναι το κάλεσμα που κάθε χρόνο, τούτη τη μέρα, σκοτώνει το Θεό της Λησμονιάς.

Ξημερώνει! Σηκώνομαι έτοιμος να μεταλάβω για μια ακόμη φορά τούτη τη φανταστική Αγία Κοινωνία, έτοιμος να οσφρηστώ για μια ακόμη φορά τούτο το μεταφυσικό μύρο που θα με ταξιδεύσει πίσω στο χρόνο, εκεί, πάνω στις πολεμίστρες, πάνω σε μία κατάμαυρη φάρα, όπως και η μοίρα του έθνους μου για χιλιάδες χρόνια. Στέκομε ανδρείος, πάνοπλος κλιβανάριος, δίπλα σε βασιλέα που φέρει βαθιά μέσα στα έγκατα της λαμπερής ψυχής του τους λόγους του Λεωνίδα και τις επιταγές χιλιάδων χρόνων άρνησης υποταγής σε κάθε είδους βάρβαρο εισβολέα. Καβαλικεύει την κατάλευκη τη φάρα του, τούτη, που συμβολίζει το μυριόπλεκτο αειθαλές φώς του αιώνιου Ελληνικού Πολιτισμού, και ορμάει ατρόμητος, έτοιμος από χρόνους πολλούς, σφυρηλατημένος, για να μπει ανδρείος στο πάνθεον των αμέτρητων Ελλήνων Ηρώων. Ξημερώνει 29 Μαΐου…, και γω για μια ακόμη φορά κλαίω το πτώμα της πατρίδας μου, που κείτεται πλάι στο άψυχο κορμί του τελευταίου αυτοκράτορα μας, κει, στην Πύλη του Αγίου Ρωμανού!
Ξημερώνει 29 Μαΐου 2011! Τούτη η μέρα, σήμερα, είναι πιο περίλυπη η θυμησιά της από οποιαδήποτε άλλη πριν. Η άλωση του σήμερα είναι νωπή και η πληγή της είναι τόσο αλατισμένη που ο αφύσικος πόνος της δεν πρόκειται να περάσει σύντομα. Ο βάρβαρος εχθρός τούτη τη φορά δεν είναι έξω από τα θεοφύλακτα Τείχη. Είναι από τη μέσα μεριά. Είναι η Πέμπτη Φάλαγγα, που όλοι ξέρουμε και κανείς δεν θέλει να παραδεχτεί. Ο χειρότερος εχθρός του έθνους μου είναι… ΕΓΩ!
Ναι, εγώ είμαι ο χειρότερος εχθρός της πατρίδας μου! Γιατί κάθομαι κάθε χρόνο στην βεράντα του σπιτιού μου και περιμένω να ξημερώσει για να μοιρολατρίσω, να θρηνήσω το χθες, γιατί αδυνατώ να κτίσω το αύριο. Το αύριο που τόσο το φοβάμαι, που δεν το θέλω, γιατί… το σήμερα δεν είναι ούτε αυτό δικό μου! Είναι ξένο, είναι δανεικό, είναι ξενόφερτο! Το χθες μου είναι ερείπια, που όμως αυτά, ακόμα, με θρέφουν. Κι όμως, και αυτά τα λιγοστά ερείπια, δείγματα ό,τι κάποτε ήμουν κάτι, θέλω και αυτά να τα εξαφανίσω, να τα ντροπιάσω, να τα ξεπουλήσω! Κάποιοι πριν 190 χρόνια αυτά κοιτούσαν και πήγαν με τα λιγοστά τους άρματα και έγραψαν σελίδες τόσο λαμπρές που αδυνατώ να τις διαβάσω. Το φως τους με στραβώνει, τα μάτια μου θολώνουν, στρέφω αλλού το βλέμμα μου αφήνοντας την αίγλη τούτη να τη χαρούν άλλοι. Όμως, κείνοι οι άλλοι, τούτο το φως το σκέπασαν. Τις σελίδες κείνες θέλουν να τις σκίσουν και στην θέση τους να γράψουν τις δικές τους, τις ψεύτικες και τις δουλοπρεπείς. Ποιοι; Τούτοι, είναι οι σύγχρονοι Νοταράδες, που θαρρούν πως έχουν για μια ακόμα φορά να διαλέξουν ανάμεσα σε Φράγκικη Καλύπτρα ή Τούρκικο Σαρίκι.
Ξημερώνει, μα εδώ δεν ξέρω πότε θα ξημερώσει. Δεν το θέλουμε και όχι πως δεν το μπορούμε. Ξέρουμε όλοι μας γιατί έχει χαθεί το φως από τούτο εδώ τον τόπο. Είναι η κατάρα των τόσων αδικημένων και αδικοχαμένων προγόνων που ζητά να την ξορκίσουμε πριν γυρίσουμε στο δρόμο για τα Ιλίσια Πεδία. Ψηλαφίζουμε τα σκουπίδια μας ανακαλύπτοντας τρελές και φθηνές δικαιολογίες για να μπαλώσουμε την παρακμή μας που όλοι βλέπουν εκτός από εμάς. Το «Τις Πταίει;» όλοι μας το γνωρίζουμε, αλλά κανείς μας δεν θέλει να το παραδεχθεί, να το ψιθυρίσει, να το φωνάξει! Εθελοτυφλούμε οι αόμματοι. Είναι απλά το ό,τι ποτέ μας δεν προτάξαμε το «ΕΜΕΙΣ» παραπάνω από το «ΕΓΩ». Τούτο έσπειρε ανέμους και θέρισε θύελλες. Είμαστε όλοι συμμέτοχοι στο έγκλημα τούτο, αφού εμείς χτίσαμε τους τοίχους της μοναδικής διεξόδου μας προς τη λεωφόρο της προόδου και της ευημερίας. Κατηγορούμε αλλήλους συνεχώς, ενώ απ’ την άλλη όλοι μας έχουμε την τάση να νομίζουμε ό,τι τα ξέρουμε όλα και πως η δική μας προτεινόμενη λύση είναι η ιδανική! Ποτέ μας δεν αναγνωρίσαμε πως: «Γνώθω ό,τι ουδέν γνώθω»! Βολευτήκαμε στο προσωρινό, στο δανεικό, λες και όλοι μας οφείλουν, ενώ εμείς δεν οφείλουμε σε κανέναν. Γίναμε μαθητές των μαθητών μας, επαίτες των άλλοτε επαιτών μας, φιλοξενούμενοι στην ίδια την οικία μας. Ένοχοι από κατήγοροι! Κτίσαμε το βασίλειο του «ΕΓΩ» πάνω στο μνήμα της λατρευτής μας Δημοκρατίας!
Ξημερώνει! Ξέρω πια για πρώτη φορά στην ζωή μου ποιος άνοιξε την Κερκόπορτα. Την άνοιξε ο ίδιος που έδωσε το κώνειο στον Σωκράτη, που ώθησε τον Πυθαγόρα να πεθαίνει εξόριστος από την πείνα. που άφησε το Μιλτιάδη να πεθάνει αβοήθητος στην φυλακή και τον Θεμιστοκλή να αυτοκτονήσει, βυθισμένος μέσα στη λύπη και την απελπισία για την περίσσια αγνωμοσύνη μέσα στο παλάτι του αιώνιου εχθρού του. Είναι εκείνος, ο ίδιος, που πρόδωσε τον Ρωμανό Διογένη στο Ματζικέρτ, που έκαψε το στόλο μέσα στο μεγάλο λιμάνι της βασιλεύουσας, προκειμένου να κάνει… οικονομία, που άφησε τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο να πεθάνει από του «άπιστου» το σπαθί ολομόναχος και αφορισμένος στην Πύλη του Αγίου Ρωμανού. Όμως, τούτος ο αιώνιος προδότης δε χάρηκε τόσο άδικο αίμα, τόσους ολοζώντανους  εφιάλτες. Βάδισε, άκαρδος ως ήταν, μέσα στον λαβύρινθο του χρόνου και έφτασε στο σημείο να τυφλώσει το Νικηταρά, να φυλακίσει τον Κολοκοτρώνη, να τουφεκίσει τη Μπουμπουλίνα, να σκοτώσει τον Ανδρούτσο. Είναι αυτός, ίδιος και απαράλλαχτος όπως τότε, που σήμερα στέκετε ντυμένος και καθάριος μπροστά σας, ντυμένος με ακριβό και γυαλιστερό κουστούμι ζητώντας σας να σώσετε την πατρίδα που εσείς σκοτώσατε, κατόπιν δική του εντολής. Είναι ο Έλλην Ηγεμών! Είναι ο ψευτοηγεμών εκείνος που εμείς του δώσαμε την άδεια και τη δύναμη να πράξει τα άδικα και τα άνομα στο όνομα του δίκαιου και του νόμιμου. Είναι ένας από μας και τον ξέρουμε όλοι. Είναι ο κακός μας εαυτός.
Ήρθε λοιπόν τώρα η ώρα να ξημερώσει. «Ήνηγκεν η ώρα»! Μονάχα πρέπει να σκοτώσουμε τον κακό μας εαυτό και να αφήσουμε εκείνο το δαιμόνιο έτερο καλό μας να πρυτανεύσει. Μόνο τότε ο Ήλιος θα λάμψει πραγματικά σε τούτα δω τα Άγια αιματοβαμμένα, σε κάθε σπιθαμή, χώματα. Τούτος ο τόπος έχει καθήκον να ζήσει, και θα ζήσει! Τούτος ο τόπος δεν είναι δικός τους! Τούτο τον τόπο δεν μπορούν να τον πουλήσουν γιατί δεν τους ανήκει. Δεν ανήκει ούτε σε μας. Ανήκει σε εκείνους, τους αμέτρητους επώνυμους και ανώνυμους ήρωες που άφησαν τα κόκκαλα τους σε κάθε γωνιά ελληνικής γης μαχόμενοι για την επιούσια ημών ελευθερία. Εμείς…, εσείς…, εγώ…, δεν έχουμε τίποτα! Όλα είναι δικά τους. Τούτος ο αγώνας δεν πρέπει να έχει συνθήματα, δεν πρέπει να έχει όνομα, αφού ο εχθρός δεν έχει πρόσωπο. Οφείλει όμως να έχει νόημα και τούτο μπορούμε να το δούμε γραμμένο στο αθώα ματάκι των παιδιών μας. Κει γράφει τούτο: «Πατέρα… τι κόσμο θα μου κληρονομήσεις;» Πείτε μου…, εσείς τι θα του απαντήσετε;
Ξημέρωσε 29 Μαΐου 2011. Επιτέλους ξέρω. Κοιτώ το απέραντο γαλάζιο από την αυλή μου, στην πανέμορφη κυρά του Αιγαίου, την πανώρια μου Αξά και ξέρω πλέον τον ηγεμόνα που μπορεί να οδηγήσει τούτο δω το τόπο κεί που του αρμόζει. Είναι ο «ΕΜΕΙΣ»! Η εποχή του «ΕΓΩ» τελείωσε. Ήρθε η ώρα να ξημερώσει η «Εποχή του Εμείς»! Σε τούτη δω την εποχή θέλω να ζήσει το παιδί μου. Δε θέλω να ονειρεύεται πλέον ένα καλύτερο αύριο ούτε με κλειστά, ούτε με ορθάνοικτα μάτια. Θέλω να κτίσω, τώρα, σήμερα, για να το του χαρίσω, να το ζήσει, να το χαρεί, να το αυγατίσει, να το κληρονομήσει! Θέλω ένα κόσμο όπου όλοι να έχουν ένα αξιοπρεπές σπίτι, γιατί έτσι πρέπει, μια χρήσιμη και καλοπληρωμένη εργασία, γιατί έτσι μπορούν, μια καλή εκπαίδευση, γιατί όλοι οφείλουν να γνωρίζουν, μια άψογή ιατρική περίθαλψη, γιατί όλοι αξίζουν το ίδιο. Ένα κοινό όνειρο, ανεξαρτήτως θέσης, φυλής ή θρησκείας, γιατί, τούτο είναι το ελληνικό ιδεώδες!
Ξημέρωσε! Ελπίζω τούτη η άλωσις να είναι και η τελευταία !

Ιωάννης Π. Αρκουλής
(ΑΡΚΟΛΕΩΝ)

Δεν υπάρχουν σχόλια: